επιτάσσω

(Α ἐπιτάσσω και αττ. τ. ἐπιτάττω) [τάσσω]
τοποθετώ, παρατάσσω πίσω από άλλο («ὄπισθεν δὲ τοῡ πεζοῡ ἐπέταξε πᾱσαν τὴν ἵππον», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. επιβάλλω, υπαγορεύω, προστάζω
2. εκτελώ επίταξη*
αρχ.
1. προστάζω, διατάζω, παραγγέλλω (α. «καὶ πάντως τὸ ἂν ἐπιτάσσῃς σύ», Ηρόδ.
β. «φυλάττειν τὸν πατέρ’ ἐπέταξε νῷν», Αριστοφ.
γ. «ἐπιτάξαντα ἀποφορὴν ἐπιτελέειν», Ηρόδ.)
2. δίνω, επιβάλλω διαταγές («ἐπιτάσσοντες ἤδη καὶ οὐκέτι αἰτιώμενοι», Θουκ.)
3. χρησιμοποιώ την προστακτική έγκλιση («εὔχεσθαι οἰόμενος ἐπιτάττει εἰπὼν "μῆνιν ἄειδε, θεά", τὸ γὰρ κελεῡσαι φησὶν ποιεῑν τι... ἐπίταξίς έστιν», Αριστοτ.)
4. τοποθετώ κάτι ή κάποιον μετά από άλλο ή δίπλα
5. διορίζω κάποιον ως αρχηγό («ἐπιτάξας αὐτοῑς Πτολεμαῑον», Αρρ.)
6. (η μτχ. παθ. ενεστ.) ἐπιτασσόμενος, -η, -ον
επιβαλλόμενος υποχρεωτικά («κατά νόμον τὸν ἐπιταχθησόμενον», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτάσσω — put upon pres subj act 1st sg ἐπιτάσσω put upon pres ind act 1st sg ἐπιτάσσω put upon pres subj act 1st sg ἐπιτάσσω put upon pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτάσσω — επιτάσσω, επέταξα βλ. πίν. 27 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιτάσσω — επίταξα, επιτάχτηκα, επιταγμένος, μτβ. 1. διατάζω, προστάζω, επιβάλλω, ορίζω. 2. κάνω επίταξη (βλ. λ.) ιδιοκτησίας, κάνω κατάσχεση (ή δέσμευση), δεσμεύω: Επιτάχτηκαν οι αποθήκες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιταγέντα — ἐπιτάσσω put upon aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐπιτάσσω put upon aor part pass masc acc sg ἐπιτάσσω put upon aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐπιτάσσω put upon aor part pass masc acc sg ἐπιτάσσω put upon aor part pass neut nom/voc/acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάγην — ἐπιτάσσω put upon aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἐπιτάσσω put upon aor ind pass 1st sg (homeric ionic) ἐπιτάσσω put upon aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἐπιτάσσω put upon aor ind pass 1st sg (homeric ionic) ἐπιτάσσω put upon aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάξουσι — ἐπιτάσσω put upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτάσσω put upon fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιτάσσω put upon fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐπιτάσσω put upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτάσσω put upon fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάξουσιν — ἐπιτάσσω put upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτάσσω put upon fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιτάσσω put upon fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐπιτάσσω put upon aor subj act 3rd pl (epic) ἐπιτάσσω put upon fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάξω — ἐπιτάσσω put upon aor subj act 1st sg ἐπιτάσσω put upon fut ind act 1st sg ἐπιτάσσω put upon aor subj act 1st sg ἐπιτάσσω put upon fut ind act 1st sg ἐπιτάσσω put upon aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) ἐπιτάσσω put upon aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάσσετε — ἐπιτάσσω put upon pres imperat act 2nd pl ἐπιτάσσω put upon pres ind act 2nd pl ἐπιτάσσω put upon pres imperat act 2nd pl ἐπιτάσσω put upon pres ind act 2nd pl ἐπιτάσσω put upon imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) ἐπιτάσσω put upon imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτάσσῃ — ἐπιτάσσω put upon pres subj mp 2nd sg ἐπιτάσσω put upon pres ind mp 2nd sg ἐπιτάσσω put upon pres subj act 3rd sg ἐπιτάσσω put upon pres subj mp 2nd sg ἐπιτάσσω put upon pres ind mp 2nd sg ἐπιτάσσω put upon pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.